Γ. ΝΤΥΕΡ

Γ. ΝΤΥΕΡ
Θα ήθελα να ταξιδέψω όσο πιο μακριά μπορώ. Θα ήθελα να φτάσω τη χαρά που είναι στην ψυχή μου. Και ν΄αλλάξω τα σύνορα που ξέρω και να νιώσω τη σκέψη και το πνεύμα μου να ωριμάζουν. Θα ήθελα να ζήσω, να υπάρχω, ¨να είμαι". Και να ακούω τις αλήθειες μέσα μου.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Ο ψαράς και η χαμένη ευκαιρία


Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι΄αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.
Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο. Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.
Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας. Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα.
Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει: ¨Ποιος ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία…” Και αμέσως διορθώνει : “Στη δική μου παραλία.
“Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες….” Αφήνει λοιπόν κάτω τα δίχτυα, σκύβει, πιάνει τη σακούλα και τη βγάζει από το νερό. Την αφήνει στην ακροθαλασσιά, και ξαναμπαίνει με τα δίχτυα στο νερό. Είναι θεοσκότεινα…΄Ισως γι΄αυτό, όπως βγαίνει πάλι από τη θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στη σακκούλα που είναι τώρα έξω, στην παραλία.
Ο ψαράς σκέφτεται: ”Δεν είμαι στα καλά μου”. Βγάζει λοιπόν το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα και ψαχουλεύει. Έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες. Ο ψαράς ξανασκέφτεται “μα ποιος είναι αυτός ο ηλίθιος που τυλίγει πέτρες και τις πετάει στο νερό…” Ενστικτωδώς, παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του και την πετάει στη θάλασσα.
Μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλουπ!
Βάζει το χέρι του στη σακούλα, παίρνει άλλη μια πέτρα και την πετάει στο νερό. Ακούει ξανά το πλουπ!
Αυτή την πετάει από την άλλη μεριά, πλαφ! Μετά, αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο δύο και ακούει πλουπ -πλουπ! Ύστερα προσπαθεί να τις ρίξει πιο μακριά, και με γυρισμένη την πλάτη, και με όλη του τη δύναμη, πλουπ – πλαφ!….
Διασκεδάζει…ακούει τους διαφορετικούς ήχους, πετάει πέτρες, υπολογίζει το χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό, και δοκιμάζει…πότε με δύο, πότε με μία, και με κλειστά μάτια τώρα, και με τρεις μαζί…και συνεχίζει να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα.
Μέχρι που αρχίζει να βγαίνει ο ήλιος.
Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα στη σακούλα.
Ετοιμάζεται λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά από τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία κι εχει ήδη βγει ο ήλιος.
Και όπως τεντώνει το χέρι του προς τα πίσω για να την πετάξει με όλη του τη δύναμη, αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει την προσοχή.
Ο ψαράς συγκρατεί την παρόρμηση να πετάξει την πέτρα και την κοιτάζει προσεκτικά. Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα από τη βρομιά που την καλύπτει. Την τρίβει ο ψαράς λες κι είναι μήλο πάνω στα ρούχα του, και η πέτρα αρχίζει να λάμπει ακόμη πιο πολύ. Έκπληκτος, τη χτυπάει ελαφρά και αντιλαμβάνεται ότι είναι από μέταλλο. Αρχίζει τότε να την τρίβει και να την καθαρίζει με άμμο και με το πουκάμισό του, και συνειδητοποιεί πως η πέτρα είναι από καθαρό χρυσάφι. Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού! Η χαρά του σβήνει όμως μόλις σκέφτεται ότι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα.
Και σκέφτεται: “Τι χαζός που ήμουνα!
Είχε στα χέρια του μια σακούλα γεμάτη πέτρες από χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό… Αρχίζει τότε να οδύρεται, να κλαίει και να θρηνεί…να λυπάται για τις χαμένες πέτρες…Και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος … είναι τρελός, είναι ηλίθιος …
Μετά σκέφτεται…Αν έμπαινε στη θάλασσα, αν κατάφερνε να βρει μια στολή δύτη και βούταγε στα βαθιά, αν ήταν μέρα, αν είχε τον εξοπλισμό που έχουν οι δύτες για να ψάξει … Κι όλο κλαίει γοερά και οδύρεται ….
Ο ήλιος έχει πια ανατείλει.
Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει ακόμη την πέτρα … συνειδητοποιεί πως ο ήλιος θα μπορούσε να είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη, ή εκείνος θα μπορούσε να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα, και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του.
Αντιλαμβάνεται τελικά ότι κατέχει έναν θησαυρό, κι ότι ο θησαυρός αυτός είναι από μόνος του μια τεράστια περιουσία για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος.
Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι που μπορεί να κρατήσει τον θησαυρό που έχει ακόμα στα χέρια του.

*****************************************************************************************************************************************************************

Μακάρι να μπορούσαμε να είμαστε πάντοτε τόσο σοφοί, ώστε να μην κλαίμε για τις πέτρες, τις ευκαιρίες, που απροετοίμαστοι ίσως τις πετάξαμε, τις χαραμίσαμε, τα πράγματα εκείνα που έφερε η θάλασσα και τα πήρε μετά... Μακάρι να είμαστε έτοιμοι να δούμε τη λάμψη στις πέτρες που έχουμε στα χέρια μας και να μπορούμε να τις χαιρόμαστε για την υπόλοιπη ζωή μας.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι Ο Δρόμος των Δακρύων, Φύλλα Πορείας ΙΙΙ
ΠΗΓΗ.....http://3lykmytil.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μάθηση χωρίς σκέψη είναι χαμένος κόπος. Σκέψη χωρίς μάθηση είναι κίνδυνος. Κομφούκιος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Αγαπητά παιδιά,

Σας γράφω αυτό το γράμμα για να σας πω δυο-τρία πραγματάκια που έμαθα και που με έκαναν εκστατικά ευτυχισμένη. Σήμερα είμαι πολύ μεγάλη σε ηλικία: να φανταστείτε ότι ήμουν δέκα χρονών τον περασμένο αιώνα! Λοιπόν ακούστε:

Μερικοί άνθρωποι γίνονται ευτυχισμένοι κάνοντας εκδρομές και παίζοντας παιχνίδια, ενώ άλλοι χαίρονται με αγκαλίτσες και φιλάκια, με χορούς και με τραγούδια. Υπάρχουν αρκετοί που τους αρέσουν τα ωραία αντικείμενα. Όλα αυτά είναι σούπερ. Ωστόσο, αν πάρω παράδειγμα τον εαυτό μου, τίποτα δεν μου αρέσει περισσότερο από το να διαβάζω βιβλία. Όχι επειδή είμαι σπασίκλας και φύτουλας και όλ’ αυτά, αν και μπορείς να το πεις κι αυτό. Τα βιβλία είναι σαν ταξίδια και σαν παιχνίδια: διαβάζοντας πετάμε με μεγάλες φτερούγες σε τόπους μακρινούς, εξερευνάμε τις ζωές άλλων ανθρώπων, νιώθουμε αγαπούλες, συγκινήσεις· μέσα στις σελίδες βρίσκουμε εμπειρίες που μοιάζουν με τις δικές μας, ή, ακόμα καλύτερα, δεν μοιάζουν με τις δικές μας - είναι πιο καταπληκτικές! Θυμάμαι πως όταν διάβασα την ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσου ένιωσα ανακούφιση: αν ναυαγούσα σε έρημο νησί, όχι μόνο θα επιζούσα αλλά θα περνούσα τέλεια. Τα βιβλία καθησύχασαν τους φόβους μου: κατάλαβα ότι η ζωή είναι μια περιπέτεια κι ότι ποτέ δεν θα βαδίσω μόνη – τα βιβλία θα με συνοδεύουν σαν ζωντανά πλάσματα, θα με παρηγορούν και θα χαϊδεύουν την ψυχή μου. Τώρα που σας γράφω, θυμάμαι ότι συχνά η ψυχή μου ήταν ταραγμένη: είχα ένα σωρό προβλήματα στο σχολείο και στο σπίτι· ένιωθα αγωνία και, μια νύχτα, νομίζω πως είδα φάντασμα.

Όμως, θυμάμαι επίσης πως, όταν ήμουν παιδί σαν εσάς, η καλύτερη ώρα της μέρας ήταν όταν διάβαζα τα βιβλία που τότε ονομάζαμε «εξωσχολικά». Τα εξωσχολικά ήταν πιο αστεία και πιο συγκινητικά από τα σχολικά, πράγμα φυσικό εφόσον το βιβλίο της γραμματικής δεν είναι αστείο και συγκινητικό. Ωστόσο, αν είμαστε τυχεροί κι έχουμε συμπαθητικούς και γλυκούληδες δασκάλους, η γραμματική, η αριθμητική, η ιστορία, η φυσική είναι κι αυτές σχεδόν αριστούργημα.

Επιστρέφω όμως στα μυθιστορήματα, στα διηγήματα, στους μύθους. Η χαρά της ανάγνωσης ήταν, κάπου κάπου, στενοχώρια. Τι παράξενο ε; Μερικές φορές, οι ιστορίες ήταν λυπητερές, στα παραμύθια οι ήρωες περνούσαν τα πάνδεινα: ένα κοριτσάκι που πουλούσε σπίρτα πάγωσε μέσα στο χιόνι, ένα αγοράκι χάθηκε στο άγριο δάσος... Παρότι έκλαιγα γοερά, ήμουν ευχαριστημένη: ένιωθα «κάτι». Θέλω να πω, δεν μπορούμε να χαμογελάμε διαρκώς: οι άνθρωποι γίνονται σοφότεροι νιώθοντας, κάπου κάπου, λύπη, οίκτο, αγανάκτηση. Κυρίως όμως, γίνονται εκστατικά ευτυχισμένοι: δοκιμάστε να ζήσετε τη ζωή του αναγνώστη και θα με θυμηθείτε.

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Η Δήμητρα Μηλ. διαβάζει και σας προτείνει....ψάξε στην ομώνυμη ετικέτα παραπάνω στα ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ....

Η Δήμητρα Μηλ. διαβάζει και σας προτείνει....ψάξε στην ομώνυμη ετικέτα παραπάνω στα ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ....

ΕΚΕΒΙ

ΕΚΕΒΙ
Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
Cute Finding NemoCute Finding Nemo

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Ν. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Μ.ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ

ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ

ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ...από τον Skipper

ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ...από τον Skipper
τα 10 πιο αγαπημένα μου βιβλία που με ταξίδεψαν.....

να μην ξεχάσω να δανειστώ και να διαβάσω...

  • Ο Θεός των μικρών πραγμάτων, Arundhati Roy
  • Δυο φορές Έλληνας, Μένης Κουμανταρέας
  • Οδυσσέας, James Joyce
  • O μύθος του Σίσσυφου, Αλμπέρ Καμύ
  • Μεγάλες προσδοκίες
  • Ο θεός των μικρών πραγμάτων
  • Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές
  • Μικρά Αγγλία, Καρυστιάνη
  • Σιντάρτα, Έρμαν Έσσε
  • Έρως, θέρος, πόλεμος, Ευγενία Φακίνου
  • Το μονόγραμμα, Οδυσσέας Ελύτης
  • Τα ρω του έρωτα, ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
  • 100 χρόνια μοναξιάς, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές
  • Ο Αλχημιστής, Π. Κοέλο
  • Το όνομα του ρόδου, Ουμπέρτο Έκο
  • Ο κόσμος της σοφίας, Γκάαρντερ

Η γιορτή των ερωτευμένων πλησιάζει. Διαβάστε τα ερωτικά ποιήματα στην Ετικέτα "ΈΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ" και ψηφίστε το ερωτικό ποίημα που σας άρεσε περισσότερο(μπορείτε να επιλέξετε 1 ποιητή ή και περισσότερους)

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν, Ἔρως, ὃς ἐν κτήμασι πίπτεις, ὃς ἐν μαλακαῖς παρειαῖς νεάνιδος ἐννυχεύεις, φοιτᾷς δ’ ὑπερπόντιος ἐν τ’ ἀγρονόμοις αὐλαῖς· καὶ σ’ οὔτ’ ἀθανάτων φύξιμος οὐδεὶς οὔθ’ ἀμερίων σὲ γ’ ἀνθρώπων. Ὁ δ’ ἔχων μέμηνεν.

Ρ. Μ. ΡΙΛΚΕ

Βγάλε τα μάτια μου: μπορώ να σε δω
Κλείσε τ’ αυτιά μου: μπορώ να σε γρικήσω
Και χωρίς πόδια μπορώ σ’ εσε να ρθω ,
Και δίχως στόμα μπορώ να σ’ εξορκίσω.
Σπάσε τα μπράτσα μου: θα σε κρατά η καρδιά μου
Πνίξε μου την καρδιά, μα το μυαλό μου θα χτυπά.
Κι αν ρίξεις στο μυαλό μου τη φωτιά,

Θα σε κρατώ μες το αίμα μου κλεισμένον.


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

… για να γεννηθείς εσύ,
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι’ αυτό έγινε ο κόσμος…


ΣΟΦΟΚΛΗΣ, Αντιγόνη, στ.523

" Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν. "

"Δε γεννήθηκα να μοιράζομαι το μίσος αλλά την αγάπη"